Γιατί τρώμε μπακαλιάρο την 25η Μαρτίου - Η άγνωστη ιστορία πίσω από το πιο ελληνικό πιάτο
Ο λόγος που τρώμε μπακαλιάρο την 25η Μαρτίου δεν είναι μόνο θρησκευτικός. Η άγνωστη ιστορία πίσω από το πιο αγαπημένο ελληνικό έθιμο.
Κάθε χρόνο, την 25η Μαρτίου, τα ελληνικά σπίτια γεμίζουν με την ίδια γνώριμη μυρωδιά: τηγανητός μπακαλιάρος και σκορδαλιά. Είναι από εκείνες τις παραδόσεις που μοιάζουν αυτονόητες, σχεδόν δεδομένες. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι πίσω από αυτό το έθιμο δεν κρύβεται μόνο η θρησκεία, αλλά και η ανάγκη, η οικονομία και η καθημερινότητα μιας άλλης εποχής.
Γιατί επιτρέπεται το ψάρι τη Μεγάλη Σαρακοστή
Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η πιο αυστηρή περίοδος νηστείας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε αντίθεση με άλλες νηστείες, το ψάρι απαγορεύεται σχεδόν σε όλη τη διάρκειά της.
Υπάρχουν, όμως, δύο σημαντικές εξαιρέσεις. Η 25η Μαρτίου (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) και η Κυριακή των Βαΐων.
Οι ημέρες αυτές θεωρούνται τόσο μεγάλες γιορτές που επιτρέπεται μια «χαλάρωση» της νηστείας, δίνοντας στους πιστούς τη δυνατότητα να καταναλώσουν ψάρι - κάτι που παλαιότερα είχε και πρακτική σημασία, καθώς ενίσχυε τον οργανισμό σε μια περίοδο αυστηρής διατροφής.
Γιατί καθιερώθηκε ο μπακαλιάρος
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο γιατί τρώμε ψάρι, αλλά γιατί συγκεκριμένα μπακαλιάρο. Η απάντηση βρίσκεται στην καθημερινότητα των ανθρώπων, κυρίως τον 18ο και 19ο αιώνα.
Ο παστός μπακαλιάρος είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα: μπορούσε να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ψύξη. Σε μια εποχή χωρίς ηλεκτρικά μέσα συντήρησης, αυτό τον καθιστούσε ιδανικό.
Τα φρέσκα ψάρια ήταν ακριβά, δυσεύρετα στην ενδοχώρα και δύσκολα στη μεταφορά.
Αντίθετα, ο παστός μπακαλιάρος εισαγόταν μαζικά, ήταν οικονομικός και μπορούσε να φτάσει ακόμα και στα πιο ορεινά χωριά.
Έτσι, έγινε το «ψάρι του λαού» και σταδιακά συνδέθηκε με τις μεγάλες γιορτές.
Πώς έφτασε στην Ελλάδα
Ο μπακαλιάρος δεν είναι ελληνικό ψάρι. Έφτασε στον ελλαδικό χώρο τον 15ο αιώνα μέσω των Βενετσιάνων, κυρίως στα Επτάνησα.
Αργότερα, μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, η διάδοσή του ενισχύθηκε από τους Άγγλους εμπόρους, με την Πελοπόννησο να αποτελεί μία από τις πρώτες περιοχές όπου εντάχθηκε μαζικά στη διατροφή.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες, είχε ήδη καθιερωθεί. Και κάπως έτσι, ένα εισαγόμενο, ταπεινό προϊόν μετατράπηκε σε εθνικό έδεσμα.
Γιατί τον τρώμε με σκορδαλιά
Ο τηγανητός μπακαλιάρος δύσκολα νοείται χωρίς σκορδαλιά. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο.
Το σκόρδο ήταν πάντα φθηνό, εύκολα διαθέσιμο και βασικό στοιχείο της ελληνικής κουζίνας. Η σκορδαλιά μπορούσε να παρασκευαστεί με απλά υλικά (ψωμί ή πατάτα, σκόρδο, λάδι, ξύδι) και να συνοδεύσει ιδανικά ένα φαγητό που, λόγω του τηγανίσματος και του αλατιού, είχε έντονη γεύση.
Υπάρχει, επίσης, και μια πιο λαογραφική διάσταση: το σκόρδο θεωρούνταν προστατευτικό και «καθαρκτικό», κάτι που ενίσχυσε τη θέση του σε ημέρες με ιδιαίτερο συμβολισμό.
Στα Επτάνησα, μάλιστα, η σκορδαλιά είναι γνωστή ως «αλιάδα», από την ιταλική λέξη aglio (σκόρδο), στοιχείο που φανερώνει και τις επιρροές της εποχής.
Μια παράδοση που έμεινε
Σήμερα, ο μπακαλιάρος με σκορδαλιά δεν είναι απλώς ένα φαγητό.
Είναι μια συνήθεια που κουβαλά ιστορία, θρησκευτικό συμβολισμό και μνήμη. Ένα πιάτο που ενώνει το οικογενειακό τραπέζι και θυμίζει πως πολλές από τις πιο ισχυρές παραδόσεις δεν ξεκίνησαν από πολυτέλεια, αλλά από ανάγκη.
Και ίσως γι' αυτό αντέχουν στον χρόνο.